Ανοίγει ο δρόµος έπειτα από ενάµιση χρόνο παγώµατος για την προώθηση επενδύσεων ύψους 8 δισ. ευρώ στον τοµέα των θαλάσσιων αιολικών πάρκων. O υπουργός Περιβάλλοντος κ. Γ. Παπακωνσταντίνου δήλωσε ότι έχουν ήδη ξεκινήσει οι συζητήσεις για να επιταχυνθούν οι επενδύσεις στον τοµέα των θαλάσσιων αιολικών πάρκων.

Για να προχωρήσει η διαδικασία χρειάζεται να αποσυρθεί το επίµαχο άρθρο 6 του νόµου 3851 που ουσιαστικά παραπέµπει στο απώτερο µέλλον την υλοποίηση των έργων µε µελέτες, αδειοδοτήσεις και διαγωνισµούς από το ∆ηµόσιο (που χρειάζονται πέντε χρόνια για να γίνουν) και να αφήσει να προχωρήσουν οι επενδύσεις που έχουν εγκριθεί ήδη από τη ΡΑΕ από πέντε ελληνικούς και δύο αλλοδαπούς οµίλους, ελέγχοντας φυσικά µε αυστηρότητα τους περιβαλλοντικούς όρους µε τους οποίους θα υλοποιηθούν οι επενδύσεις.

«∆εν χρειάζεται αυτές οι επενδύσεις που βρίσκονται σε προχωρηµένο στάδιο να αναµένουν την υλοποίηση του κεντρικού προγράµµατος για την ανάπτυξη των θαλάσσιων αιολικών πάρκων» λέει χαρακτηριστικά ο κ. Παπακωνσταντίνου.

Πρόκειται για συνολικά 24 επενδυτικά σχέδια ισχύος πάνω από 5.700 MW, από τα οποία τουλάχιστον 10 συνολικού προϋπολογισµού 8 δισ. ευρώ και ισχύος 4.000 MW είναι άµεσα υλοποιήσιµα µε ορίζοντα θεµελίωσης το 2013 και προοπτική περάτωσης 30 µήνες µετά και µε δυνατότητα δηµιουργίας 2.500 θέσεων εργασίας άµεσα και έµµεσα.

Τα έχουν σχεδιάσει ενεργειακοί όµιλοι όπως οι ΤΕΡΝΑ (των κ. Γ. Κάµπα και Γ. Περιστέρη), RF Energy των κκ. Β. Ρέστη και Γ. Φειδάκη, Ελλ.Τεχνοδοµική του Οµίλου Ελλάκτωρ, «∆ιαπόντια» του εφοπλιστή κ. Γ. Παναγιωτίδη και «Θρακική» της Damko ενώ και η ισπανική Iberdrola µε την ελληνική θυγατρική της, τη «Ρόκας», καθώς και η αµερικανική Jasper έχουν προχωρήσει στα σχέδια για δικά τους θαλάσσια αιολικά στον ελληνικό χώρο. O υπουργός ΠEKA τόνισε τις δυνατότητες και τον ρόλο που µπορεί να παίξει η Eλλάδα ως «κόµβος» πράσινης ενέργειας µεταξύ Eυρώπης και Mέσης Aνατολής µε τις αναφορές του να βρίσκονται σε πλήρη εναρµόνιση µε τις πρόσφατες δηλώσεις Σόιµπλε για τις δυνατότητες µετατροπής της Eλλάδας σε χώρα εξαγωγής πράσινης ενέργειας και τον ρόλο που θα πρέπει να παίξουν οι γερµανικές εταιρείες σε αυτό.
Πώς γίνεται η κατασκευή
Πώς όµως κατασκευάζεται, πώς εγκαθίσταται και πώς λειτουργεί ένα υπεράκτιο αιολικό πάρκο; Κατ’ αρχάς κατασκευάζονται και συναρµολογούνται στην ξηρά (συνήθως στην πιο κοντινή ξηρά) οι πυλώνες της ανεµογεννήτριας οι οποίοι στη συνέχεια µεταφέρονται µε ειδικά πλοιάρια στον χώρο της τοποθέτησης. Στη συνέχεια οι πυλώνες αυτοί ποντίζονται στη θαλάσσια περιοχή η οποία έχει χωροθετηθεί για να υποδεχθεί το έργο αυτό. Σχεδόν ταυτόχρονα µε την πόντιση άλλα ειδικού τύπου πλοία προσθέτουν αδιαβροχοποιηµένο τσιµέντο το οποίο φθάνει στον πυθµένα της θάλασσας εκεί γύρω από το σηµείο όπου έχουν ποντιστεί οι πυλώ νες. Το τσιµέντο «περικυκλώνει» τους πυλώνες ακριβώς στο ύψος του πυθµένα και πάνω από αυτόν ώστε να προσδώσει στερεότητα στην κατασκευή. Οταν ολοκληρωθεί η διαδικασία αυτή µε ειδικό µηχάνηµα ποντίζονται και τσιµεντοκύβοι (τα γνωστά µπλόκια) στον πυθµένα γύρω από την αρχική κατασκευή ώστε να διασφαλιστεί η σταθερότητα του πυλώνα σε ένα ανοιχτό σηµείο της θάλασσας όπου ο άνεµος µπορεί να φθάνει αρκετές φορές τα 9 µποφόρ ή και σε ορισµένες έκτακτες περιπτώσεις τα 10 µποφόρ.

Ολη η προσπάθεια υποστηρίζεται από πλωτή εξέδρα µέσω της οποίας στη συνέχεια τοποθετούνται οι έλικες και όλες οι ηλεκτροµηχανολογικές εγκαταστάσεις. Τεχνικά το έργο είναι περίπλοκο αλλά οι ελληνικές εταιρείες έχουν ήδη εξαντλήσει την τεχνογνωσία που έχει αναπτυχθεί στη Βόρεια Θάλασσα µε πρωταγωνιστές ∆ανούς και Σουηδούς και έχουν µάλιστα προσαρµόσει και δικές τους πατέντες στην ιδιαιτερότητα των ελληνικών θαλασσών. Ευνόητο είναι ότι οι καιρικές συνθήκες στο Αιγαίο Πέλαγος είναι πολύ πιο ευνοϊκές από ό,τι στη Βαλτική ή στη Βόρεια Θάλασσα και η επένδυση δεν έχει το ρίσκο της κακοκαιρίας τουλάχιστον όσο µια αντίστοιχη επένδυση στη Βόρεια Ευρώπη. Η ολοκλήρωση ενός τέτοιου έργου απαιτεί περίπου τρία χρόνια κατασκευής ώσπου να λειτουργήσει.
uni0394εν παρεμποδίζουν
Η πόντιση των πυλώνων στα υπεράκτια αιολικά πάρκα γίνεται σε βάθος 25 - 50 µέτρων και δεν παρεµποδίζει ούτε τη ναυσιπλοΐα ούτε την αλιεία. Η ηλεκτρική ενέργεια που θα παράγεται θα µεταφέρεται µε καλώδιο στις κοντινότερες ακτές και θα διασυνδεθεί το δίκτυο της ∆ΕΗ.

Χαρακτηριστικό είναι το υψηλό κόστος µιας τέτοιας επένδυσης αφού για ένα υπεράκτιο αιολικό πάρκο 500 MW απαιτούνται 1,7 δισεκατοµµύρια ευρώ και για µεγαλύτερο περί τα 2 δισ.

Η Ευρώπη είναι ο παγκόσµιος ηγέτης στα υπεράκτια αιολικά, µε περίπου 1.000 ανεµογεννήτριες και συνολική ισχύ 3.500 MW σε 48 διαφορετικά πάρκα σε εννέα χώρες. Η Βρετανία και η ∆ανία βρίσκονται στην κορυφή µε µερίδιο 44% και 30% αντίστοιχα.

Επιπλέον, 52 σχέδια για θαλάσσια αιολικά πάρκα συνολικής ισχύος 16.000 MW έχουν εξασφαλίσει άδειες κατασκευής, µε σχεδόν τη µισή από αυτή την ισχύ να κατασκευάζεται στη Γερµανία.
Νέο τοπίο στην αγορά ενέργειας
Στο νέο τοπίο της αγοράς η παραγωγή της ενέργειας θα γίνεται από τη ∆ΕΗ και τους ιδιώτες, ενώ κοµβικό ρόλο θα έχει ο Ανεξάρτητος ∆ιαχειριστής Μεταφοράς Ηλεκτρικής Ενέργειας (Α∆ΜΗΕ) που επί της ουσίας διαδέχεται τον ∆ΕΣΜΗΕ.

Ο Α∆ΜΗΕ θα κατέχει και θα διαχειρίζεται τα δίκτυα ηλεκτρισµού, θα ρυθµίζει τη µεταφορά του ρεύµατος και θα επιµελείται τις επενδύσεις σε αυτά ώστε να αποφευχθούν φαινόµενα όπως της Καλιφόρνιας µε την κατάρρευση του Συστήµατος.

Πλέον υπάρχει η δυνατότητα µεταβίβασης µόνον µειοψηφικού ποσοστού του Α∆ΜΗΕ, ενώ το «παλιό» κείµενο του νοµοσχεδίου δεν έθετε περιορισµούς στο ποσοστό συµµετοχής τρίτων, συνεπώς ο ∆ιαχειριστής θα παραµείνει κατά 51% υπό δηµόσιο έλεγχο µέσω της ∆ΕΗ. Το υπόλοιπο 49% θα εξαγοραστεί από ιδιώτες και ιδιαίτερα από τους ιδιώτες ηλεκτροπαραγωγούς οι οποίοι µε τον τρόπο αυτό θα έχουν λόγο στην «τροχοδρόµηση» της αγοράς, αφού σήµερα θεωρούν τον ∆ΕΣΜΗΕ περίπου ως µακρύ βραχίονα της ∆ΕΗ στην αγορά.

Τέλος, ως ευκαιρία για πραγµατική απελευθέρωση της αγοράς ηλεκτρισµού βλέπουν οι ιδιώτες ανεξάρτητοι παραγωγοί τη διαδικασία που ξεκινάει από τον υπουργό Περιβάλλοντος και Ενέργειας κ. Γ. Παπακωνσταντίνου. ∆ιαδικασία που πρέπει να ικανοποιεί την υποχρέωση που έχει η χώρα για πρόσβαση τρίτων στα λιγνιτικά αποθέµατα, τις επιταγές του αναθεωρηµένου µνηµονίου και την εφαρµογή του 3ου ενεργειακού πακέτου. Στο πλαίσιο αυτό ο Σύνδεσµος των Ανεξάρτητων Ηλεκτροπαραγωγών (ΕΣΑΗ) θα προτείνει ευθέως στην πολιτική ηγεσία του ΥΠΕΚΑ να µην προχωρήσει απλώς σε πώληση λιγνιτικών µονάδων της ∆ΕΗ, αλλά να δηµιουργήσει «πακέτα» µονάδων µε αντιπροσωπευτικό µείγµα καυσίµου (κυρίως λιγνιτικά και υδροηλεκτρικά εργοστάσια) ώστε οι νέοι ιδιοκτήτες τους να αποκτήσουν χαρτοφυλάκιο αντίστοιχο µε της ∆ΕΗ και να ανοίξει έτσι διά παντός η αγορά ηλεκτρισµού.

Με τον τρόπο αυτό, το µείγµα ενέργειας που θα παράγουν οι ιδιώτες θα περιλαµβάνει το φυσικό αέριο µε «λογικό κόστος», τον λιγνίτη που είναι φθηνός και τα υδροηλεκτρικά που είναι πάµφθηνα, µε αποτέλεσµα, όπως λένε επίσηµα στον ΕΣΑΗ, «να µην µπορεί πλέον να χειραγωγηθεί η αγορά µέσω της Οριακής Τιµής». Η Οριακή Τιµή των ιδιωτικών µονάδων θα µειωθεί, θα µπαίνουν γρηγορότερα στο Σύστηµα και θα είναι πιο ανταγωνιστικοί. Παραµένει πάντοτε όµως ως καθοριστικός παράγων η τιµή διάθεσης του λιγνίτη από το ∆ηµόσιο.
Πιο φιλική για τους καταναλωτές η ηλιακή ενέργεια
Α κόµη πιο προσιτή αλλά και πιο αποδοτική για τους καταναλωτές εκτιµάται ότι θα γίνει η εγκατάσταση συστηµάτων ηλιακής ενέργειας, σύµφωνα µε έρευνα της εταιρείας Ernst & Young, η οποία δόθηκε στη δηµοσιότητα την περασµένη εβδοµάδα.

Η πολυεθνική εταιρεία µε έδρα το Λονδίνο προβλέπει ότι το κόστος αγοράς και εγκατάστασης ηλιακών κυψελών θα µειωθεί στο µισό των τιµών του 2009 ως και το 2013. Αυτό θα καταστήσει την ηλιακή ενέργεια «σηµαντικό παράγοντα» στην παραγωγή ηλεκτρισµού από ανανεώσιµες και «καθαρές» πηγές καθώς δεν θα είναι απαραίτητη η επιδότηση από το ∆ηµόσιο. Ως σήµερα, στη Βρετανία όσο και στη χώρα µας η εγκατάσταση φωτοβολταϊκών για ιδιώτες καταναλωτές βασίζεται στην ιδέα της επιστροφής του ρεύµατος στο δίκτυο και της συγχρηµατοδότησης του κόστους της εγκατάστασης.

Η Ernst & Young προβλέπει για τη Βρετανία ότι οι τιµές θα µειωθούν τα επόµενα χρόνια φτάνοντας το κόστος «πιο ώριµων αγορών όπως αυτές της Ιταλίας και της Γερµανίας» όπου η ηλιακή ενέργεια συνεισφέρει σηµαντικά στην παραγωγή ηλεκτρικού ρεύµατος.

Οπως σηµειώνει η εταιρεία, η Γερµανία συνιστά πρότυπο στην προώθηση της ηλιακής ενέργειας καθώς µόνο το 2010 εγκατέστησε πάνελ που παράγουν 7GW και αποτελούν το 50% της συνολικής παραγωγής που δηµιουργήθηκε (από νέες εγκαταστάσεις) την περασµένη χρονιά. Η εταιρεία εκτιµά ότι η εγκατάσταση νέων φωτοβολταϊκών συστηµάτων στη Βρετανία θα αποδίδει στο δίκτυο ενέργειας ως και 330 επιπλέον µεγαβάτ ετησίως ως και το 2013.

Με βάση τις προβολές της Ernst & Young αναµένεται να αυξηθεί σηµαντικά η συνεισφορά των µικρών ιδιωτών καταναλωτών που διαθέτουν φωτοβολταϊκά συστήµατα στο εθνικό δίκτυο ενέργειας. Η παραγωγή ενέργειας από καταναλωτές που παράγουν ως και 4 κιλοβάτ αναµένεται να αυξηθεί ως και 30% την επόµενη χρονιά.
Στην περίπτωση που δεν προχωρήσει το σχέδιο για είσοδο στρατηγικού επενδυτή, στη uni0394ΕΗ εξετάζεται εναλλακτικά η πώληση θυγατρικών
«Κλειδί» ο λιγνίτης για την τιμή πώλησης του ηλεκτρικού ρεύματος
Κ οσµογονικές αλλαγές έρχονται στο ενεργειακό τοπίο µε το νοµοσχέδιο για την απελευθέρωση της αγοράς το οποίο παρουσίασε ο υπουργός Περιβάλλοντος κ. Γ. Παπακωνσταντίνου. Η πιο βασική αλλαγή που δροµολογείται άµεσα είναι η ανοιχτή πρόσβαση των ιδιωτών παραγωγών ηλεκτρικής ενέργειας στον λιγνίτη τόσο µε την πώληση λιγνιτικών µονάδων της ∆ΕΗ όσο και µε την πρόσβαση των ιδιωτών στα λιγνιτικά πεδία.

Το θεµελιώδες ζήτηµα για την ελληνική κοινωνία είναι η λιανική τιµή πώλησης του ηλεκτρικού ρεύµατος προς τα νοικοκυριά.

Σύµφωνα µε παράγοντες της αγοράς και εδώ το κλειδί είναι ο λιγνίτης: σήµερα το Ελληνικό ∆ηµόσιο µέσω της ∆ΕΗ που έχει το µονοπώλιο στους λιγνίτες ουσιαστικά το προσφέρει δωρεάν στην παραγωγή, δηλαδή δεν κοστολογεί τη συµµετοχή της πρώτης ύλης στην τελική τιµή του ρεύµατος.

Οσο και αν πολύς κόσµος δυσανασχετεί, η χρέωση του ηλεκτρικού ρεύµατος (και µόνον αυτού) προς τα νοικοκυριά βρίσκεται σε σχετικά λογικά επίπεδα. Στον λογαριασµό της ∆ΕΗ όµως ο καταναλωτής δεν πληρώνει µόνο την τιµή του ηλεκτρικού ρεύµατος αλλά και όλες τις υπόλοιπες χρεώσεις που έχει αποφασίσει το ∆ηµόσιο να εισπράττει µέσα από αυτό τον λογαριασµό. Συνεπώς, όποιος πληρώνει έναν λογαριασµό της ∆ΕΗ µε τελικό ποσό π.χ.

100 ευρώ το δίµηνο οφείλει να γνωρίζει ότι από αυτά µόνο τα 54 ευρώ είναι η χρέωση για το ρεύµα.
Το δίλημμα του υπουργείου
Το σχετικά λογικό ποσό για το ηλεκτρικό ρεύµα οφείλεται αποκλειστικά και µόνο στη «µη κοστολόγηση» του λιγνίτη. Συνεπώς το ∆ηµόσιο από τη στιγµή που επιλέγει την πρόσβαση ιδιωτών στον λιγνίτη για να απελευθερώσει την αγορά έχει δύο επιλογές: είτε να παρέχει τον λιγνίτη ακοστολόγητο σε όλους τους χρήστες (δηλαδή ∆ΕΗ και ιδιώτες) είτε να πουλά και να κοστολογεί τον λιγνίτη. Αν επιλέξει την πρώτη περίπτωση τότε οι λιανικές τιµές θα παραµείνουν στα ίδια επίπεδα. ∆εν θα υπάρχουν δηλαδή αυξήσεις στα τιµολόγια αφού οι ιδιώτες λόγω χαµηλότερου λειτουργικού κόστους θα παράγουν ακόµη φθηνότερα από τη ∆ΕΗ. Στη δεύτερη περίπτωση το ∆ηµόσιο θα χρεώνει τον λιγνίτη και θα εισπράττει σηµαντικά κονδύλια από τη ∆ΕΗ και τους ιδιώτες αλλά η τελική τιµή καταναλωτή θα επιβαρυνθεί ενδεχοµένως και πάνω από 20% σταδιακά τα επόµενα δυόµισι χρόνια. Παράλληλα το ∆ηµόσιο επειδή θα έχει εισπράξει χρήµατα θα µπορεί να τα χρησιµοποιήσει για να µειώσει την επιβάρυνση των αδύναµων νοικοκυριών ασκώντας έτσι κοινωνική πολιτική. Αµφότερες οι επιλογές έχουν τα θετικά και τα αρνητικά τους ενώ το κυβερνητικό επιτελείο δείχνει αυτή τη στιγµή να αναζητεί την ιδανική λύση.
Η απελευθέρωση
∆εδοµένη πρέπει να θεωρείται η απόφαση του ΥΠΕΚΑ να προχωρήσει άµεσα στην προκήρυξη πώλησης λιγνιτικών µονάδων. Με την κίνηση αυτή θεωρεί ότι πιάνει τρεις στόχους: την πρόσβαση τρίτων στα λιγνιτικά αποθέµατα, την απελευθέρωση της αγοράς ηλεκτρισµού και τη µερική ιδιωτικοποίηση της ∆ΕΗ, ωστόσο δεν είναι εύκολη η υλοποίηση του σχεδίου αφού πρέπει να ξεκαθαριστεί η σύνδεση πώλησης µιας λιγνιτικής µονάδας µε ένα συγκεκριµένο λιγνιτωρυχείο που θα την τροφοδοτεί, αλλιώς ουδείς θα ενδιαφερθεί να αγοράσει. Η ολοκλήρωση ενός τέτοιου σχεδίου µέσα στο επόµενο εξάµηνο θεωρείται πολύ δύσκολη από παράγοντες της αγοράς.

Προβληµατισµό δηµιουργεί το ότι µια πώληση περιουσιακών στοιχείων θα αποµειώσει την αξία της επιχείρησης, γεγονός που δεν συνάδει µε την πρόθεση να πωληθεί το 2012 το 17% της ∆ΕΗ και µάλιστα σε στρατηγικό επενδυτή. Αποµένει επίσης να διευκρινιστεί αν η διαδικασία θα απαιτήσει νέο νόµο ή θα περάσει απλώς µέσα από τη ∆ΕΗ.

Στην περίπτωση που δεν προχωρήσει το σχέδιο για είσοδο στρατηγικού επενδυτή, εξετάζεται εναλλακτικά η πώληση θυγατρικών, από ΑΠΕ ως δίκτυα διανοµής και µεταφοράς.

Γ.ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΑΚΗΣ


Επισκεψιμότητα

Αυτήν τη στιγμή επισκέπτονται τον ιστότοπό μας 54 επισκέπτες και κανένα μέλος